Συνεχίζεται ο Προβληματισμός για την Πολιτική Προστασία της Χώρας

Περισσότερο προβληματισμό παρά αισιοδοξία για την ασφάλεια των πολιτών και του περιβάλλοντος, γέννησε η ψήφιση του σχεδίου για την Πολιτική Προστασία και το μηχανισμό διαχείρισης κινδύνων/κρίσεων. Δύο ήταν οι βασικοί λόγοι για τους οποίους η κυβέρνηση δεν έπεισε κανέναν άλλον πέραν της δεδομένης κοινοβουλευτικής της πλειοψηφίας.  Ο πρώτος, έχει να κάνει με την αίσθηση ότι δεν αντιμετωπίζεται το κρίσιμο πρόβλημα του συντονισμού  και ο δεύτερος, έχει να κάνει με την μεγάλη πολυπλοκότητα στην εφαρμογή των σχεδιασμών.  

Η διαδικασία απόφασης για την εκκένωση μιας περιοχής, παρέμεινε ίδια με εκείνη που ακολουθήθηκε κατά τη διάρκεια της φονικής πυρκαγιάς στο Μάτι, ενώ η προσθήκη ενός ακόμα συντονιστή σε επίπεδο Περιφέρειας (μετακλητού μάλιστα και όχι από την αυτοτελή διεύθυνση πολιτικής προστασίας της κάθε περιφέρειας), οδηγεί σε επιπλέον επικάλυψη και ασάφεια αρμοδιοτήτων.  

Σε ότι αφορά την δυσκολία στην εφαρμογή της νέας νομοθεσίας, αυτή προκύπτει όχι μόνο από τις πολλές επιπλέον νομοθετικές ρυθμίσεις που απομένουν ή από την κατάργηση της αυτοτέλειας της Πυροσβεστικής, αλλά και από το νέο ρόλο του Γενικού Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας. Οι υπερβολικές εξουσίες του (έργα χωρίς πλαίσιο έλεγχου, διαχείριση μυστικών κονδυλίων κ.α)  είναι σχεδόν βέβαιο πως θα δημιουργήσουν νέα προβλήματα αποτελεσματικότητας, προβλήματα που θα μπορούσαν να προληφθούν αν η Γενική Γραμματεία υπαγόταν απευθείας στον Πρωθυπουργό , όπως σωστά πρότεινε το Κίνημα Αλλαγής. 

Τόσο η Ελληνική όσο και η διεθνής εμπειρία , καταδεικνύουν πως σε περίπτωση σοβαρών φυσικών καταστροφών ο Πρωθυπουργός μοιραία αναλαμβάνει τον κορυφαίο συντονιστικό ρόλο. Καιρός θα ήταν λοιπόν να σταματήσει η διάχυση της πολιτικής ευθύνης και η δημιουργία εξιλαστήριων θυμάτων και ο Πρωθυπουργός να ηγείται της Πολιτικής Προστασίας, όπως ηγείται της Άμυνας.  

Σε κάθε περίπτωση η πολιτική προστασία μας αφορά όλους και δεν μπορεί να εφαρμοστεί, αν οι προληπτικοί σχεδιασμοί δεν φτάσουν σε κάθε σπίτι και εργασιακό χώρο σε όλη την Ελλάδα. Αυτό είναι κάτι που καθίσταται σήμερα περισσότερο αναγκαίο από ποτέ, καθώς η κλιματική αλλαγή και η υψηλή - άναρχη αστικοποίηση δημιουργούν επιπλέον κινδύνους. Πέρα λοιπόν από τον εθελοντισμό, ο οποίος σωστά αναβαθμίζεται, είναι σημαντικό οι πολίτες και οι τοπικές κοινωνίες να ελέγχουν τις δημοτικές και περιφερειακές αρχές για την υλοποίηση των όποιων σχεδιασμών, ώστε να υπάρχει η απαραίτητη επιχειρησιακή ετοιμότητα της πολιτείας από την κορυφή μέχρι τη βάση. Γιατί στην πράξη σώζονται ή χάνονται ζωές και προστατεύεται ή καταστρέφεται  το περιβάλλον.   

Λάθος η Μετεγκατάσταση του Καζίνου της Πάρνηθας

Μια ακόμα ηχηρή αντίδραση στη μετεγκατάσταση του Καζίνου της Πάρνηθας, εκδηλώθηκε με την ομόθυμη απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου Αττικής εναντίον του σχεδίου.  

Η κάθοδος του Καζίνου στο Μαρούσι, είναι μια λανθασμένη απόφαση. Υποβαθμίζει τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις που θα έχει η παρουσία  του “ναού του τζόγου” σε μια  τόσο κεντρική και πυκνή σε δραστηριότητες περιοχή της Αττικής (δίπλα στο Golden Hall), αλλά και δεν αποτιμά σωστά τη σημερινή θέση της επιχείρησης στην Πάρνηθα.  

Πέρα από τις αρνητικές επιπτώσεις της μετεγκατάστασης στον δήμο Αχαρνών που έχει γνωστά οικονομικά προβλήματα, είναι φανερό πως δεν έχουν συνυπολογιστεί οι θετικές επιπτώσεις στη βιωσιμότητα του Καζίνου από την μελλοντική αξιοποίηση του κτήματος Τατοΐου, ούτε οι δυνατότητες που υπάρχουν για την αναβάθμιση της Πάρνηθας ως πόλου ήπιας και συμβατής με το περιβάλλον τουριστικής έλξης. 

Ανεξάρτητα από την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας στις 7 Φεβρουαρίου, η απόφαση πρέπει να επανεξεταστεί με περισσότερη τεκμηρίωση και διαφάνεια ώστε να αντισταθμιστεί, χωρίς εκπτώσεις, το κοινωνικό και περιβαλλοντικό όφελος έναντι του επιχειρηματικού.